1993

Είναι και αυτή μία από εκείνες τις στιγμές που μια σημαντική απόφαση σου δίνει η ίδια από μόνη της τόση δύναμη που μπορείς να αντιμετωπίσεις με σιγουριά τις προκλήσεις της ζωής που έρχεται, παρά τις επίμονα αντίθετες παροτρύνσεις της πλειοψηφείας του περίγυρου σου! Βλέπετε ο στρατός ήταν ένας αρκετά καλά αμοιβόμενος τομέας του δημοσίου για να εγκαταλειφθεί τόσο εύκολα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα.

13 Μαΐου 1988 ήταν που μπήκα στο τρελοκομείο σε ηλικία 17 ετών, οτι είχα ξεφορτωθεί τα σπυράκια της εφηβείας. Πέντε χρόνια και μία μέρα μετά δλδ στις 13 Μαϊου του 1993, ήταν η τελευταία μέρα… η μέρα που κρέμασα για πάντα το τζάκετ με τη διπλή σαρδέλα στο γιακά, μετά από 5 χρόνια στον στρατό ξηράς. Γεννημένος τον Δεκέμβριο του 1970 είχα κλείσει πλέον τα 22 και με την αισιοδοξία που σου δίνουν τα νιάτα,αλλά και τη ψευδαίσθηση οτι είσαι ωραίος, ώριμος και δυνατός, έτοιμος να αντιμετωπίσης τα πάντα, το μόνο συναίσθημα που ένιωθα ήταν αυτό της απόλυτης ελευθερίας και της σιγουριάς πως η περιπέτεια της ζωής μόλις ξεκινούσε για μένα. Μαλακίες δλδ αλλά τέλος πάντων…

Ο Βαγγέλης ήταν τότε -αλλά το σημαντικό είναι πως παραμένει μέχρι και σήμερα- ένας από τους καλύτερους φίλους μου. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στην Ελλάδα το 1978 όταν ήρθα από τη Γερμανία σε ηλικία σχεδόν 7 χρονών. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν οτι είναι μοτοσυκλετιστής, όπως ήμουν κι εγώ. Όλοι οι τότε μοτοσυκλετιστές φίλοι μου είχαν μείνει πίσω στη Λέσβο, το μέρος όπου βρισκόμουν όταν παραιτήθηκα από το στρατό, οπότε ο Βαγγέλης είχε ακόμη έναν λόγο να είναι αυτό που λέμε «ο άνθρωπος μου».

Σχεδόν αμέσως –τον Ιούνιο- αποκαταστάθηκα επαγγελματικά, πράγμα που δεν ήταν στα σχέδια μου αφού ήθελα να φύγω για τρεις μήνες στη Γερμανία με σκοπό να φρεσκάρω τα Γερμανικά μου που είχαν πέσει σε χειμέρια νάρκη δε θυμάμαι κι εγώ από πότε. Εκείνη την εποχή συνηθίζαμε τα περισσότερα απογεύματα να τα περνάμε μέχρι αργά το βράδυ στο σπίτι της Britt, μιας τρελάρας μεσήλικης Ελληνο-Ολλανδέζας φίλης μας. Καταπληκτικές βραδιές που γέμιζαν με πολύ όμορφες συζητήσεις, επιτραπέζια παιχνίδια και άφθονο γέλιο. Η Britt ήταν μητέρα 4 τέκνων, εκ των οποίων οι δυο μεσαίοι ηλικιακά ήταν φίλοι του Βαγγέλη αλλά η ίδια ήταν τόσο ζωντανός και έξυπνος άνθρωπος που σύντομα ο σκοπός των επισκέψεων μας είχε γίνει περισσότερο εκείνη.

Ο Βαγγέλης τότε είχε ένα XT600 Benetton κι εγώ είχα ένα εκπληκτικό – φανταστικό- πολύστροφο KLE500 (δε σας γράφω περισσότερα για να μη κομπλάρετε καθώς οι περισσότεροι είστε και χρεπολάγνοι).

Ήταν ακόμη Ιούνιος και ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που αρχίσαμε να συζητάμε σε ποιό νησί θα πάμε με τις μηχανές μας για τις διακοπές του καλοκαιριού. Κάπου εκεί η τηλεόραση παίζει μια διαφήμιση με τον Χάρη Κλυνν για να ακολουθήσει εκείνη της ολοκαίνουριας τότε Superfast Ferries με τα πανέμορφα πλοία. Η Britt βρίσκεται στη κουζίνα και σχεδόν φωνάζοντας μας λέει: “εγώ πάντως τον Αύγουστο θα πάω με τον γκόμενο στην Ολλανδία”. Τα μάτια του Βαγγέλη διασταυρώθηκαν με τα δικά μου. Ευρώπη! Αλλά που;

Ήταν 1993 και η Ισπανία «έπαιζε» πολύ, αφού ένα χρόνο νωρίτερα –το 1992- η Βαρκελώνη φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Εκεί λοιπόν θα πηγαίναμε. Για καλή μας τύχη η Britt είχε υπολογιστή, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια. Αυτό μας έδωσε πρόσβαση σε αρκετή πληροφόρηση. Τα βράδια που ακολούθησαν μελετούσαμε χάρτες, υπολογίζαμε χιλιόμετρα που έπρεπε να καλύψουμε αλλά και τα χρήματα που έπρεπε να σπαταληθούν με τρόπο έξυπνο και οικονομικό σε βενζίνες, διόδια, φαγητό και διανυκτερεύσεις. Καταλήξαμε πως θα διανυκτερεύουμε σε κάμπινγκ και οτι θα χρειαστούμε 2 συνεπιβάτες οι οποίοι θα συμμετείχαν οικονομικά για να καταφέρουμε να υλοποιήσουμε το ταξίδι των 18 ημερών και των 120.000 δραχμών έκαστος.

Θα διασχύζαμε σχεδόν κάθετα την Ιταλία, θα διανύαμε όλη τη νότια ακτογραμμή της Γαλλίας και περνώντας τα Πηρηναία όρη θα φτάναμε στον προορισμό μας, τη Βαρκελώνη.

Πέρα από τον σχεδιασμό του ταξιδιού έπρεπε να γίνουν και κάποιες επενδύσεις στη ταξιδιωτική και μεταφορική ικανότητα των μοτοσυκλετών μας. Στο XT ο Βαγγέλης έβαλε ένα 24 λίτρων ντεπόζιτο Acerbis, χαμηλό φτερό εμπρός, σχάρα και μπαγκαζιέρα καθώς και μια έξτρα σχάρα εμπρός από τη μάσκα του φαναριού. Στο KLE έφτιαξα ένα χειροποίητο ανεμοθώρακα από πλέξιγκλας, μια μπάρα προστασίας του κινητήρα ιδιοκατασκευή χρησιμοποιώντας τμήμα μιας σιδερώστρας, έβαλα μια μπαγκαζιέρα και ένα ζευγάρι δερμάτινα σαμάρια και το σπουδαιότερο ένα παγούρι 1 λίτρου για νερό πάνω στο τιμόνι. Το “σπουδαιότερο” αποδείχθηκε μεγάλη κοτσάνα, δεν το χρησιμοποίησα ποτέ.

Και οι δυο είχαμε προμηθευτεί ξηρά τροφή σε κονσέρβες, ικανές να καλύψουν τις διατροφικές μας ανάγκες ίσες με το ¼ των ημερών του ταξιδιού. Ντολμαδάκια, γεμιστά, κορν μπιφ κ.α. μας χάρισαν αρκετά παραπανήσια κιλά φορτώματος τα οποία θα μας απαλλάσσανε σταδιακά όπως συμβαίνει με τα αερόστατα όταν πετούν τους σάκους άμμου προκειμένου να ανυψωθούν.

Ένα μήνα πριν ξεκινήσουμε είχαμε βρει και τους συνεπιβάτες μας, ο ένας ο Γιώργος Λ. ήταν πρώην συνάδελφος μου στο στρατό (είχε παραιτηθεί και αυτός 1,5 χρόνο νωρίτερα) και ο άλλος ο Γιώργος Μ. ήταν φίλος μας, μεγαλωμένος μαζί μας στην ίδια γειτονιά που μέναμε από παιδιά.

Πριν ξεκινήσουμε οι 100.000 δρχ του καθενός μας είχαν μετατραπεί σε Ιταλικές Λιρέτες, σε Γαλλικά Φράγκα και σε Ισπανικές Πεσέτες σε μια προσπάθεια να μειώσουμε τη τυχόν χασούρα από τις διαρκείς προμήθειες της μετατροπής συναλλάγματος. Τις υπόλοιπες 20.000 δρχ τις κρατήσαμε ως backup.

Ο πόλεμος στη πρώην Γιουγκοσλαβία μόλις είχε τελειώσει και αν και μας πέρασε από το μυαλό η ιδέα να περάσουμε από εκεί αποφασίσαμε να πάμε ασφαλώς με το πλοίο από τη Πάτρα. Τα υπερσύγχρονα Superfast Ferries παρέμειναν μια πανέμορφη διαφήμιση στο μυαλό μας γιατί ήταν σημαντικά ακριβότερα και τα εισιτήρια εκδοθήκαν τελικά από τη Minoan Lines. Θα ταξιδεύαμε με το πλοίο Φαίδρα.

Το ταξίδι μας ξεκινάει. Η ημερομηνία αναχώρησης ήταν Πέμπτη 22 Ιουλίου 1993…

16 Likes

3 Likes

Χα χα χα, καλά το υποπτεύθηκες, το οδοιπορικό αυτό θα διαρκέσει πολλές ημέρες!

4 Likes

Ωραία ξεκινήσαμε πάντως. :love_you_gesture:t6::love_you_gesture:t6::love_you_gesture:t6:

1 Like

Νομίζω ότι είμαι σε μυθιστόρημα. Τί ωραία που γράφεις… Αναμένουμε.

1 Like

Είναι Σάββατο, ο Ιούλιος διανύει την δέκατη έβδομη ημέρα του και μένουν πέντε μέρες για να φύγουμε για το μεγάλο ταξίδι. Όλα είναι έτοιμα, μηχανές, προμήθειες, εργαλεία και εξοπλισμός. Νιώθω αυτό το απίστευτο αίσθημα ετοιμότητας και ηρεμίας που νιώθουν οι αθλητές λίγες στιγμές πριν συμμετάσχουν στον αγώνα της ζωής τους. Κατηφορίζω με τη μηχανή από το σπίτι μου στην Άνω Κυψέλη προς το κέντρο της Αθήνας για να συναντηθώ με τον Βαγγέλη που τα Σου-Κου μετακόμιζε σε ένα όμορφο αρχοντικό σπίτι που ήταν της γιαγιάς του, στη περιοχή των Εξαρχείων επί της οδού Οικονόμου.

Είμαι ήδη στην οδό Κυψέλης πλησιάζοντας τον Πανελλήνιο, χαμηλά στο ύψος της Πιπίνου όπου μέσα σε μια στιγμή όλα τα συναισθήματα αντιστραφήκαν με κυρίαρχο αυτό της απώλειας του ταξιδιού. Το αριστερό μου πόδι από το ύψος της κνήμης μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο είχε διπλασιαστεί σε μέγεθος. Ένα FIAT Tipo είχε κυριολεκτικά εκτοξευτεί από ένα στενό και με είχε εμβολίσει χτυπώντας με κάθετα κατά μήκος όλης της πλάγιας πλευράς της μηχανής και αν και προσπάθησα να σώσω το πόδι μου τραβώντας το δεν κατάφερα παρά μόνο να κάνω τα πράγματα χειρότερα. Δεν ένιωθα πόνο αλλά το πόδι μου ήταν τούμπανο. Η κοκέτα κυρία προσφέρθηκε να με πάει στη πλησιέστερη κλινική οπού για καλή μου τύχη οι ακτινογραφίες έδειξαν πως δεν υπήρχε κάποιο κάταγμα και το τερατώδες πρήξιμο είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί. Αφού ήμουν καλά ένα νέο άγχος άρχισε να με κυριεύει, «πως να είναι η μηχανή» σκεφτόμουν…

Η μηχανή με περίμενε στην άκρη του δρόμου με εμένα τον κουτσό να ξύνω το κεφάλι μου, αλήθεια αυτή πρέπει να ήταν μια πολύ αστεία εικόνα. Τίποτα, απολύτως τίποτα! Όχι απλά δεν είχε σπάσει τίποτα αλλά δεν είχε τη παραμικρή γρατζουνιά παρά μόνο κάποιες αμυχές στο ακρόμπαρο του τιμονιού που φιλοξενούσε ένα βαράκι. Το Tipo είχε τσαλακώσει το φτερό του όταν ο προφυλακτήρας συμπιέστηκε προς τα πίσω και το φούσκωσε προς τα έξω. Περίεργα πράγματα…

Πέντε μέρες μετά όλα αυτά είχαν γίνει παρελθόν πίσω αφού ξημέρωνε η μεγάλη μέρα. Στις 6 το απόγευμα το πλοίο θα σαλπάριζε από το λιμάνι της Πάτρας με προορισμό την Ανγκόνα αφού νωρίτερα είχε πιάσει Κέρκυρα και Ηγουμενίτσα. Φορτώσαμε τις μηχανές και ξεκινήσαμε να «μαζέψουμε» τους δυο συνοδοιπόρους μας, όμως… κάτι δεν πήγαινε καλά… αυτή η μηχανή δεν ήταν η δική μου, ήταν μια άλλη μηχανή, βαριά… πολύ βαριά! Και το πράγμα χειροτέρεψε όταν ο Γιώργος Μ. Κρατούσε στο χέρι ένα επιπλέον σακίδιο που ήταν εκτός προγράμματος. Το σταντ της μηχανής δεν κατέβαινε καθώς η διαδρομή της ανάρτησης ήταν εξαντλημένη από το φορτωμένο βάρος και η διαδικασία στηρίγματος της μηχανής ήταν… πως να το πω… ανέφικτη!

Θεώρησα καλή ιδέα να προσθέσω λίγο αέρα ακόμη στα λάστιχα και με αυτά κι αυτά το ταξίδι ξεκίνησε.

Το 15 λίτρων φουλαρισμένο ντεπόζιτο μου εξασφάλιζε 250 χλμ ασφαλούς αυτονομίας πράγμα που αποδείχθηκε εντελώς αναληθές αφού μετά από 150 χλμ με κόντρα άνεμο, κάπου μεταξύ Ακράτας και Ξυλοκάστρου είχα μείνει από βενζίνη… Αυτόματα ένας κος Μπεϊζάνης γεννήθηκε μέσα μου και είδα τις 20.000 δρχ που είχα για καβάντζα να γίνονται επιπλέον βενζίνες! Θα σε κάνω Βασίλισσα είπα μέσα μου, ο Βαγγέλης είχε επιστρέψει με ένα 4 λίτρο μπετόνι βενζίνης.

Παρά την ημίωρη καθυστέρηση φτάσαμε στο λιμάνι της Πάτρας στην ώρα μας. Περάσαμε από τους απαραίτητους ελέγχους των εγγράφων μας και μπήκαμε στο γκαράζ της FEDRA. Πήραμε τους υπνόσακους και βουρ στο κατάστρωμα για καμιά καλή γωνιά.

8 Likes

Καθώς η FEDRA έσκιζε τα νερά του Ιονίου επισκεπτόμενη το λιμάνι της Κέρκυρας, της Ηγουμενίτσας και της Ανγκόνα, είχα την ευκαιρία για καμιά 30αριά ώρες να χαλαρώσω και να εξερευνήσω το πλοίο.

7 Likes

Η άφιξη στην Αγκόνα μας επιφύλασε μια μικρή έκπληξη…

Το γεμάτο κονσέρβες αριστερό δερμάτινο σαμάρι, από το βάρος “έβρισκε” στα στροφιλίκια στο πίσω τροχό με αποτέλεσμα να τρυπήσει. Η πανούργα προνοητικότητα μου όμως ήταν το κάτι άλλο. Φυσικά και είχα πάρει μαζί μου σετ ραπτικής με σημαντικότερο αξεσουάρ τη δακτυλήθρα που ταξίδευε τη βελόνα μέσα από το δέρμα! Έτσι με βελόνα και κλωστή ανά χείρας έπιασα και διόρθωσα τη ζημιά και ένα κομμάτι φελιζόλ ανέλαβε να κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας το σαμάρι από το τροχό.

Οπότε αλλά 30 λεπτά χάθηκαν αλλά πλέον είμασταν έτοιμοι να κουρσέψουμε τους δρόμους της Νότιας Ευρώπης. Πρώτη στάση η πόλη Πάρμα, με τελικό προορισμό της ημέρας το κοσμοπολίτικο Σαν Ρέμο, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία!

12 Likes

Aααααααα!
Μα εσυ τα λες τοσο ωραια!!
Για συνεχισε, για συνεχισε…

1 Like

Ξεχυθήκαμε στην Εθνική λοιπόν όπου τα 120 χλμ/ώρα ήταν το κάτι άλλο, μια άνιση μάχη μεταξύ βάρους και ταχύτητας ενώ ταυτοχρόνως ο δεξιός καρπός ήταν σε φάση άρνησης, δε δεχόταν να δει γραμμή παραπάνω στο κοντέρ.

Μέχρι που… κάποιοι Ιταλοί ταξιδιώτες πάνω σε κάτι ψευδοεντούρο φορτωμένοι με σακίδια πλάτης μας προσπέρασαν κυριολεκτικά «πατημένοι» με τους κινητήρες των μονοκύλινδρων τους να στριγγλίζουν. Αυτό ήταν, είχαν τσιγκλίσει τους υπνωτισμένους από τα μπαγκάζια εγωισμούς μας.

Φύγαμε Βάγγο, άνοιξε!

Μισό λεπτό, μισό λεπτό… για να ξαναδούμε τις τελευταίες δυο φωτό… τι είναι αυτά στην εμπρός σχάρα του ΧΤ; Μια σκηνή 10 κιλών, μια αλυσίδα, ένα λουκέτο και ένα πέταλο ABUS;;; Δε πάμε καλά!

Στάση για βενζίνη και μια νέα έκπληξη μας περίμενε, ευχάριστη αυτή τη φορά! Η τιμή της ήταν ελαφρά αυξημένη και το χρώμα της κόκκινο! Όμως ο κινητήρας της μηχανής ακουγόταν πλέον περισσότερο μπάσος και μάλλον κάμποσα άλογα εμφανίστηκαν από το πουθενά. Από εδώ και πέρα θα υπάρξουν πολλές φορές που θα κινηθούμε με ταχύτητες άνω των 160 χλμ και στα όρια των κινητήρων μας.

Στα μισά της μέρας είμασταν εξοικειωμένοι πλέον με τα επιπλέον κιλά των μοτοσυκλετών μας και με τη βοήθεια της Ιταλικής βενζίνης το παιχνίδι γύρισε στα ίσα.

Στη Πάρμα κάναμε μια στάση για ξεκούραση κοντά σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό και με το ηθικό φανερά ανεβασμένο. Είχαμε διανύσει τα πρώτα 300 χλμ. στην Ιταλία.

Η έξοδος από τη Πάρμα μέχρι τον επαρχιακό δρόμο αποδείχθηκε λίγο δύσκολη υπόθεση αφού χαθήκαμε, μέχρι που ένας ευγενέστατος αν και μισομεθυσμένος κύριος –ντάλα μεσημέρι- μας οδήγησε με το μοτοποδήλατο του για 11 ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι το σημείο του χάρτη που του είχαμε υποδείξει! Μια χαρά, είδαμε λίγο περισσότερο Πάρμα.

Η επόμενη στάση θα γινόταν μετά από 350 χλμ, στο Σαν Ρέμο μέσω της Τζένοβα. Από εκεί και πέρα θα πιάναμε την ακτογραμμή της Νότιας Ευρώπης, διασχίζοντας την Ιταλία και τη Γαλλία. Ο επαρχιακός από τη Πάρμα μέχρι τη Τζένοβα ήταν μια όμορφη εναλλαγή φυσικών τοπίων και χωριών.

Τελικά φτάσαμε στη Τζένοβα αλλά άρχισε να σουρουπώνει και είχαμε περίπου 150 χλμ μπροστά μας. Δε σταματήσαμε καθόλου αφού σκεφτόμασταν ότι θα φτάσουμε νύχτα στο Σαν Ρέμο και θα πρέπει εκεί να στήσουμε τις σκηνές μας. Το κάμπινγκ ήταν λίγο μετά το ομώνυμο διάσημο Καζίνο αλλά είμασταν τόσο κουρασμένοι που δεν είδαμε τίποτα.

Στο κάμπινγκ πια, στήσαμε τις σκηνές μας κουρασμένοι αλλά χαμογελαστοί. Η πρώτη μέρα είχε τελειώσει και δε θυμάμαι κι εγώ πόσες φορές ο Βαγγέλης με τα λιγοστά του Ιταλικά είχε ξεκινήσει συζητήσεις αναζητώντας πληροφορίες (από την Ανγκόνα μέχρι το Σαν Ρέμο), χρησιμοποιώντας το πρόθεμα: Σκούζι περ φαβόρε… Τα υπόλοιπα Ιταλικά του ήταν «ότι να ‘ναι» και η νοηματική είχε τη τιμητική της!

13 Likes

Ξημέρωσε. Εγώ και ο Γιώργος Λ. ξυπνήσαμε πρώτοι. Δίπλα μας είχε εγκατασταθεί ένας Σουηδός που μας είχε προσπεράσει το προηγούμενο μεσημέρι - κάπου στους Εθνικούς δρόμους της Ιταλίας - με ένα ολοκαίνουριο ZZR1100. Επέστρεφε από Ελλάδα και ήταν ολομόναχος. Αφού καλημερίσαμε τον Σουηδό που είχε εγκατασταθεί δίπλα μας είπαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι το κέντρο να φέρουμε και κάτι να φάμε για πρωινό.

Πολύ κυριλέ πόλη το Σαν Ρέμο. Αυτό που μου έκανε εντύπωση σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές τις Ιταλίας ήταν πως ελάχιστοι μοτοσικλετιστές φορούσαν κράνος, παρά το γεγονός ότι η παρουσία των Καραμπινιέρη ήταν έντονη. Σταματήσαμε να φωτογραφήσουμε ένα όμορφο σιντριβάνι που ήταν στο δρόμο μας προς το κέντρο και να πάρουμε τηλέφωνο στους δικούς μας.

Αφού κάναμε μια σύντομη περιήγηση στο κέντρο της πόλης βρήκαμε ένα μαγαζάκι που έφτιαχνε πίτσες ταψιού. Πρώτη φορά έβλεπα πίτσα με τυρί και σάλτσα ντομάτας μόνο… όμως ήταν υπέροχη, είχε και κάποιο βοτάνι μέσα κάτι που έμοιαζε σαν ρίγανη. Αφού αγοράσαμε μερικές και για τους υπόλοιπους πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το κάμπινγκ.

Ο Βαγγέλης και ο Γιώργος Μ. είχαν ξυπνήσει. Συζητήσαμε για λίγο τα του κέντρου της πόλης και συμφωνήσαμε να την επισκεφτούμε πάλι όλοι μαζί, αφού μαζέψουμε τις σκηνές και τους υπνόσακους και τακτοποιήσουμε τα πράγματα μας. Μόλις τελειώσαμε πήγαμε πληρώσαμε στην υποδοχή του κάμπινγκ και αφήσαμε σε μια γωνιά τα πράγματα μας. Θα τα φορτώναμε στις μηχανές μόλις ξεκινούσαμε για Γαλλία. Τα σύνορα απείχαν μόλις 30 χλμ. Και αυτό μας έδινε τη ψευδαίσθηση ότι είχαμε χρόνο μπροστά μας, παρόλο που είχαμε πολλά χιλιόμετρα να κάνουμε.
Αφήστε τα κράνη, δεν υπάρχει πρόβλημα είναι χαλαρά τα πράγματα…

Τρία χιλιόμετρα παρακάτω υπήρχε ένα παρκαρισμένο περιπολικό. Έξω από αυτό στεκόταν μια αγέρωχη και όμορφη γυναίκα αξιωματικός, είχε μαζί της δυο αστυνομικούς. Τα χαρακτηριστικά της ήταν αρκετά σκληρά αλλά η ομορφιά της σου πρόσδιδε την ελπίδα πως θα τη σκαπουλάρουμε. Ξεδιπλώσαμε κάθε Ελληνικό στοιχείο δικαιολογιών αλλά η αξιωματικός ήταν ανένδοτη. Οι άλλοι δυο αστυνομικοί βλέποντας πως ήμασταν ξένοι φαινόταν να είναι περισσότερο ελαστικοί αλλά τον πρώτο λόγο τον είχε αυτή. Τα πράγματα ήταν σκούρα, το πρόστιμο που μας είχε ζητηθεί ήταν τεράστιο. Αποφάσισα να περάσω στην αντεπίθεση. Της είπα πως δε μπορώ να καταλάβω αυτήν την ιδιαίτερη μεταχείριση απέναντι μας όταν έχω δει δεκάδες να κυκλοφορούν χωρίς κράνος. Ο τόνος της φωνής της ακούστηκε φλατ και σταθερός: «κανένας δε κυκλοφορεί χωρίς κράνος εδώ». Σαν από σκηνή Ιταλικής κωμωδίας Franco e Ciccio εκείνη τη στιγμή περνούσε κυριολεκτικά από δίπλα μας με το θράσος της άγνοιας ένας τύπος με σκούτερ, από αυτούς που είχα δει κατά μιλιούνια να κυκλοφορούν χωρίς κράνος. Με σοβαρό ύφος αλλά μια εσωτερική χαιρεκακία σήκωσα το χέρι με απλωμένο τον δείκτη και χωρίς ίχνος ντροπής της έδειξα και κατέδωσα τον αφελή σκουτερόβιο. Η απάντηση ήρθε αφοπλιστική: “μα αυτό είναι 50cc…” είναι από αυτές τις απαντήσεις που όταν της ακούς λες από μέσα σου, μα πόσους τόνους μαλάκας μπορεί να είμαι; Πως δεν το σκέφτηκα. Την ίδια στιγμή ένα πολιτικό αυτοκίνητο σταματάει 20 μέτρα παρακάτω. Η αιθέρια αξιωματικό πλησιάζει το αυτοκίνητο. Μέσα βρισκόταν ένα άλλος ένστολος που η γλώσσα του σώματος μαρτυρούσε πως πρόκειται για ανώτατο αξιωματικό και της έπιασε τη συζήτηση. Αρπάξαμε την ευκαιρία και αρχίσαμε πάλι τη κλάψα στους άλλους δυο. Τελικά ενέδωσαν «Πάρτε τις μηχανές σας στα χέρια και περπατήστε μέχρι τη γωνία, μόλις στρίψετε καβαλήστε και πηγαίνετε να φορέσετε τα κράνη σας». Φύγαμε σαν τις βρεγμένες γάτες αλλά το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που εξέπεμπε το βλέμμα της αξιωματικού καθώς μας κοιτούσε τη στιγμή που απομακρυνόμασταν ήταν ντροπιαστικό αν και ανακουφιστικό για εμάς.

Επιστρέψαμε στο κάμπινγκ χεσμένοι από φόβο μη τυχόν και πέσουμε σε κάποιον δεύτερο έλεγχο. Φορτώσαμε, φορέσαμε τα κράνη μας σαν καλοί Ευρωπαίοι πολίτες και συνεχίσαμε το ταξίδι μας για την Γαλλία.

11 Likes

Σε λιγότερο από μισή ώρα και 45 χλμ είχαμε φθάσει στο πριγκηπάτο του Μονακό το οποίο στην είσοδο της πόλης είχε διόδια με αρκετά τσουχτερό αντίτιμο.

Δε μείναμε και πολύ, νομίζαμε πως το Σαν Ρέμο ήταν κυριλέ αλλά στο Μονακό ήμασταν οι εξωγήινοι. Μηχανές δεν υπήρχαν, πρέπει να είδαμε κάπου μια Harley Davidson, σύμβολο του άγριου καβαλάρη και της επαναστατικότητας! Πφφφ τι μπούρδες Θεέ μου… Ακολουθήσαμε τιμής ένεκεν τις διαδρομές του Μόντε Κάρλο και πήραμε το δρόμο για τη Νίκαια.

Κατά την είσοδο μας στη πόλη της Νίκαιας δεν είδαμε και σπουδαία πράγματα. Έτσι αποφασίσαμε να συνεχίσουμε το δρόμο μας για το Σαν Τροπέ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως μάλλον αυτό ήταν μια λάθος απόφαση αφού η Νίκαια είναι η πρωτεύουσα της Γαλλικής Ριβιέρας. Μικρό το κακό, είχαμε πολλά μπροστά μας να δούμε και αρκετά χιλιόμετρα να βγάλουμε.

Μετά από 120 χλμ οδήγησης στη Γαλλική Ριβιέρα μπαίναμε στο χλιδάτο Σαν Τροπέ. Εδώ η Χάρλευ είχαν τη τιμητική τους και το κράνος ήταν –όντως αυτή τη φορά- μια παρακμιακή ιδέα, αφού το συγκεκριμένο είδος δεν επιτρέπει να ανεμίζει το υπέροχο μαλλί του οδηγού του. Δε θα ξεχάσω τον μάλλον Γαλλο-Αφρικανικής καταγωγής σκουρόχρωμο ιδιοκτήτη με το κατάξανθο μακρύ και πλεκτό μαλλί και το καθρεφτέ γυαλί ηλίου.
Το Σαν Τροπέ έμοιαζε με το μέρος εκείνο που πηγαίνουν για διακοπές οι κάτοικοι του Μονακό. Τα επώνυμα ρούχα είχαν περισσότερη δόση από σορτς, μπικίνι και παντόφλες. Στο Μονακό μες τον ήλιο περιστασιακά έσκαγε μύτη και κάποιος κουστουμάτος.

Εντάξει όλα αυτά αλλά το στομάχι είχε αρχίσει να γουργουρίζει. Η σκέψη να κάτσουμε να φάμε σε κάποιο εστιατόριο του Σαν Τροπέ θα ήταν κάτι σαν να θέλεις να ταξιδέψεις στην Αρκτική με ποδήλατο… και σιαγιονάρες. Η προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον πλέον άγγιζε πλέον αυτή του Χαμελέοντα. Είχαμε τις κονσέρβες μας, τι άλλο θέλαμε; ένα κομμάτι σκιάς! Έτσι πολύ κοντά στην ακτή κάτω από ένα δέντρο με κάθισμα το υπερυψωμένο πεζοδρόμιο διάλεξα μια υπέροχη κονσέρβα με γεμιστά…

Τέλεια ήταν, Ήλιος, θάλασσα και γεμιστά στο Σαν Τροπέ. Ίσως μέχρι σήμερα αυτό το πακέτο να μη το έχει επαναλάβει άνθρωπος εκεί.

Μα μια στιγμή, εκεί ακριβώς που κάθομαι σηκώνω τα μάτια μου και απέναντι είναι ένα ξενοδοχείο, “Η Χίμαιρα”. Σε ένα από τα μπαλκόνια του ένας μπαμπόγερος - τουλάχιστον 50ρης – χαριεντιζόταν με μια συνομήλικη μας που δε πρέπει να ήταν πάνω από 25 χρονών. Αυτός καθόταν με τα ολόγυμνα οπίσθια του σε μια καρέκλα «ντυμένη» με μια πετσέτα κι εκείνη –επίσης γυμνή- κρατούσε μια βιντεοκάμερα και τον βιντεοσκοπούσε. Ξαφνικά ξαπλώνει ανάσκελα με το ένα χέρι στηριγμένο στον αγκώνα της και με το άλλο κρατώντας τη κάμερα συνεχίζει και τον βιντεοσκοπεί μαλάζοντας ταυτοχρόνως “το τούτο του και τα από ‘κείνα του”. Γιώργο Λ., δώσε μου τη φωτογραφική μηχανή, τώρα! Όχι ρε, κι αν μας δουν; Ρε δώσε μου τη μηχανή. Προλαβαίνω και κάνω 2 λήψεις όταν ξαφνικά βλέπω μέσα από το οφθαλμοσκόπιο της Canon ότι μας έχει πάρει χαμπάρι. Πάγωσα, κατεβάζω τη μηχανή και βλέπω τη τύπισσα ξεκαρδισμένη στα γέλια να γυρνάει τη βιντεοκάμερα κατά πάνω μας. Ωραίο το Σαν Τροπέ!

12 Likes

Ρε φιλε απο γραψιμο καλος εισαι ενταξει, αλλα σαν φωτογραφος δεν λες και πολλα πραγματα! :roll_eyes:
Μα ειναι ληψη αυτη που ανεβασες; Πρωτο πλανο το πευκο και στο μπαγκραουντ το επιμαχο θεμα; :stuck_out_tongue:

(Ελπιζω η αλλη ληψη που πηρες να ηταν πιο κοντινη)

1 Like

Ρε φίλε, η μηχανή δεν ήταν δική μου και δε θυμάμαι καν τι φακό είχε, πάντως σίγουρα δεν είχε τηλεφακό. Προφανώς δεν ασχολήθηκα καν με ρυθμίσεις (αντιπαθώ τις Canon), είναι κάπως μακρινή, έπειτα η λήψη ήταν βιαστική.

Η φωτό τραβήχτηκε σε αυτό το σημείο: https://www.google.gr/maps/@43.2671703,6.629359,3a,75y,232.03h,97.17t/data=!3m6!1e1!3m4!1svDu2qV5nWwqxyMQvT-4NgA!2e0!7i13312!8i6656?hl=el

Το ξενοδοχείο έχει ανακαινιστεί και έχει αλλάξει όνομα. Πέρασαν και 25 χρόνια.

Άψογη Φωτογραφική μηχανή είναι η @STF μοντέλο ’ 93. Αφού έχει καταγράψει κ θυμάται τα πάντα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες 25 χρόνια πίσω. Ακόμα κ απ τη συγκεκριμένη φάση, η περιγραφή είναι πιο ζωντανή απ τη φωτό.

1 Like

Αυτό μου έκανε κι εμένα εντύπωση στην αρχή, αλλά μετά σκέφτηκα ότι κι εγώ θυμάμαι λεπτομέρειες από εμπειρίες που ήταν πολύ δυνατές.

Υπάρχουν ιστορίες από αυτό το ταξίδι βαθιά χαραγμένες στο μυαλό μου, που έχω διηγηθεί κάμποσες φορές σε φίλους μου όπως και σε μερικούς από την εδώ παρέα μας.

Όντως ήταν δυνατή εμπειρία για ένα παιδί -ουσιαστικά- 22 χρονών. Έπειτα το διαδίκτυο, τα forum και το “μοίρασμα” των πληροφοριών δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση εκείνα τα χρόνια. Οπότε τέτοια ταξίδια άκουγες σπάνια γύρω σου και ήταν σπουδαία ιστορία να κάνεις κάτι τέτοιο (τουλάχιστον στα ματια τα δικά μας). Ουσιαστικά έστηνες το ταξίδι μόνος σου. Αν αναφερόμουν στις προεργασίες που έγιναν πριν και ενδιάμεσα δε θα τελείωνα το γράψιμο ποτέ. Είχαν αγοραστεί πολιτικοί και υψομετρικοί χάρτες, μπλε βιβλία των κρατών, βιβλία με τα κάμπινγκ της Ευρώπης γιατί τίποτα δεν είχε “κλειστεί” εκ των προτέρων. Όλα γινόντουσαν στο επί τόπου. Πολλά όπως θα δείτε παρακάτω δε χρειάστηκαν.

Η αρχική εισαγωγή για παράδειγμα ήταν σχεδόν τριπλάσια σε μέγεθος (τη κούρεψα) αλλά κατάλαβα ότι έφευγα από το οδοιπορικό κι έγραφα νουβέλα… χα χα χα!

Τις φωτογραφίες από τη Πάρμα και μετά τις βλέπω για πρώτη φορά τώρα μαζί σας γιατί λόγω κόστους δεν τις εκτύπωσα ποτέ, τις είχα μόνο εμφανίσει αλλά τι να δεις μέσα από αρνητικά. Τώρα τις ψηφιοποίησα όλες. Βοηθάνε πολύ πάντως γιατί θυμάμαι και πράγματα που είχα ξεχάσει.

4 Likes

M’ αρεσει που μου απαντας σοβαρα :joy::joy:

3 Likes

Αυτο ειναι αληθεια!
Δεν ηταν πολλοι οι ελληνες αυτοι που τοτε ταξιδευαν με μοτοσυκλετα στο εξωτερικο Και τα οποια τετοια ταξιδια μαθαινονταν ειτε απο στομα σε στομα ειτε απο τα μοτοπεριοδικα
Εδω ηταν σχετικα και λιγοι αυτοι που ταξιδευαν γενικα με μοτοσυκλετα

Και ασχετο-σχετικο ταξιδιωτικο χωμα εκαναν τοτε ελαχιστοι

5 Likes

Αυτό το θυμάμαι…μας έχεις πει διάφορες ιστορίες από αυτό το ταξίδι.
Αλλά τώρα με το γράψιμο, είμαι κι εγώ με το ποπ κορν και περιμένω!
:beers: